Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Γράμμα στον Εδουάρδο Γκαλεάνο

" την Ιστορία βασικά την έγραψαν εκείνοι που δεν μπορούσαν να την γράψουν, χωρίς να ξέρουν ότι την έγραψαν"

E. Galeano 

H Ισμήνη Κανσή, μεταφράστρια του Eduardo Galeano στα ελληνικά, γράφει ένα γράμμα στον αγαπημένο συγγραφέα, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του.   


(πηγή: ιστότοπος Book Press)


Μου ζητάνε να μιλήσω για σένα
 


Eduardo Galeano, Ουρουγουάη, 1940- 2015




Αγαπητέ Εδουάρδο,
Πάει ένας χρόνος που έφυγες και 37 από τότε που σε γνώρισα. Σε συνάντησα πριν ακόμα μάθω ποιος είσαι. Καθόσουνα λίγες θέσεις πιο πέρα από εμένα, περιμένοντας να μιλήσεις, κι εγώ, που είχα πάει κυρίως να ακούσω τον Χούλιο Κορτάσαρ, αγνοούσα ότι κάποτε θα μετέφραζα τα βιβλία σου. Από όλους εκείνους τους ομιλητές (εξόριστοι λατινοαμερικάνοι συγγραφείς) που είχαν έρθει να καταθέσουν την μαρτυρία τους στο δικαστήριο Μπέρτραντ Ράσελ στο Καράκας της Βενεζουέλας, εσύ ήσουνα εκείνος που περισσότερο μας γοήτευσε με την ομιλία του. Όσοι σε έχουν ακούσει, ξέρουν τι εξαιρετικός ρήτορας ήσουν. Θαύμασα την ετοιμότητά σου, και το αισιόδοξο μήνυμα που έστελνες. Είπες: εμείς οι εξόριστοι συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής, δεν θα πρέπει να κλαίμε και να γράφουμε μόνο για το μαρτυρικό παρελθόν μας, αντίθετα θα πρέπει να βρούμε τρόπους να εμψυχώσουμε όσους έμειναν πίσω και αυτή τη στιγμή υποφέρουν και αγωνίζονται, θα πρέπει να στείλουμε ένα μήνυμα αισιοδοξίας στους λαούς της Λατινικής Αμερικής και να τους πούμε ότι αργά ή γρήγορα θα νικήσουμε. Όταν θα επιστρέψουμε, στις βαλίτσες μας δεν θα πρέπει να φέρνουμε μόνο δάκρυα… Βγήκαμε όλοι από την αίθουσα με φτερά στους ώμους. Η Μάγδα Κοτζιά, από τις εκδόσεις Εξάντας, που έμελλε να πεθάνει την ίδια ακριβώς μέρα με σένα, στις 13 Απριλίου του 2015, και στην ίδια ακριβώς ηλικία, 74 ετών, δέχτηκε αμέσως να βγάλουμε το Μέρες και Νύχτες αγάπης και πολέμου, και ήταν η πρώτη που σε έκανε γνωστό στο ελληνικό κοινό.
Μου ζητάνε να μιλήσω για σένα, χωρίς να ξέρουν ότι μου είναι πολύ δύσκολο να το κάνω, δίχως να πέσω σε συναισθηματισμούς, γιατί εσύ, πέρα από τα γραπτά σου, είσαι κυρίως ο λόγος, και πώς να μιλήσω για την ευγλωττία σου, τη μεγαλοψυχία, το ήθος, την ακεραιότητα του χαρακτήρα σου, το χιούμορ σου, με τι λόγια, πού να τα βρω;
Ήσουνα ένας άνθρωπος απλός, σου άρεσε να περνάς απαρατήρητος, χωνόσουνα στις διαδηλώσεις, κι εκεί, όταν σε αναγνώριζαν, σχηματιζόταν ένα πηγαδάκι και συζητούσες με τον κόσμο. Δεν μιλούσες για τον εαυτό σου, δεν έλεγες ποτέ εγώ, εγώ, εγώ… Σου άρεσε να ακούς, έκανες πολλές ερωτήσεις, ενδιαφερόσουνα για τους πάντες, άκουγες, άκουγες, παρατηρούσες, και σημείωνες νοερά.
Ήσουνα ένας άνθρωπος απλός, σου άρεσε να περνάς απαρατήρητος, χωνόσουνα στις διαδηλώσεις, κι εκεί, όταν σε αναγνώριζαν, σχηματιζόταν ένα πηγαδάκι και συζητούσες με τον κόσμο. Δεν μιλούσες για τον εαυτό σου, δεν έλεγες ποτέ εγώ, εγώ, εγώ… Σου άρεσε να ακούς, έκανες πολλές ερωτήσεις, ενδιαφερόσουνα για τους πάντες, άκουγες, άκουγες, παρατηρούσες, και σημείωνες νοερά. Δεν ήθελες να είσαι το επίκεντρο, με όλα τα φώτα στραμμένα πάνω σου, απεχθανόσουνα τις γιορτές προς τιμή σου, γιατί δεν μπορούσες να απολαύσεις την παρέα των ανθρώπων, όμως η μοίρα το έφερε να γίνεις διάσημος. altΕίχες την ατυχία να χαρίσει ο Τσάβες το βιβλίο σου στον Ομπάμα, και λέω ατυχία, γιατί απ’ όλα σου τα βιβλία, ήταν εκείνο ακριβώς που δεν ήθελες να ξαναδιαβάσεις. Είχες πει: θα ήθελα αυτό το βιβλίο να το πάρει το Αρχαιολογικό Μουσείο και να το φυλάξει στα συρτάρια του. Εκεί ανήκει. Ισχυριζόσουνα πως το καλύτερό σου έργο είναι ηΜνήμη της Φωτιάς. Το κοινό επέλεξε τους Καθρέφτες.
altΕξορίστηκες από δύο χώρες. Δυο φορές είχες στήσει το σπιτικό σου, και τις δυο φορές αναγκάστηκες να φύγεις σε μια νύχτα για να γλιτώσεις τη ζωή σου. Άφησες πίσω τα πράγματα, τα βιβλία, τις συνήθειές σου. Όμως, όπως έλεγες και ο ίδιος, είχαν ήδη χαθεί τόσες ζωές, που ήταν αδύνατον να θρηνήσεις για πράγματα. Κι όμως, ποτέ δεν το έβαλες κάτω, δεν μεμψιμοιρούσες, δεν είχες κάνει λάβαρο τα βάσανά σου, μιλούσες για ελπίδα, μια θλιμμένη ελπίδα, είπαν κάποιοι, γιατί η ελπίδα σφυρηλατείται μέσα από πολλά βάσανα. Στη πρώτη σου εξορία γνώρισες την Ελένα. Η Ελένα είχε περάσει ανάλογες τρικυμίες με τις δικές σου. Με το πραξικόπημα της Αργεντινής το 1976, φύγατε και οι δυο εξόριστοι στην Ισπανία. Άφησες πάλι πίσω τη ζωή σου, τα βιβλία, τους συντρόφους, τον κόσμο σου, φίλους σκοτωμένους και φυλακισμένους. Πώς να δεθείς λοιπόν με τα πράγματα; Έδινες τόση λίγη σημασία στον υλικό κόσμο, και δινόσουνα ολόκληρος στους ανθρώπους και τις ιδέες. Θυμάμαι που έλεγες: με τα χρόνια, έχασα πολλά μαλλιά, αλλά καμία ιδέα. Κανένας συγγραφέας δεν τήρησε στη ζωή του τα πιστεύω του όσο εσύ.
Αγαπούσες τη σιωπή. Έλεγες: τη σιωπή πρέπει να διακόπτουν μόνο τα λόγια με νόημα. Οι μοναδικές λέξεις που αξίζει να υπάρχουν, είναι εκείνες που υπερέχουν της σιωπής. Και τα κενά ανάμεσα στις ιστορίες που γράφεις, είναι ακριβώς αυτές οι σιωπές, ώστε να πολλαπλασιάζεται το νόημα των λέξεων.
Περιφρονούσες τα αξιώματα, και ποτέ δεν σε απασχόλησαν τα μεγάλα βραβεία, είχες άλλους σκοπούς στη ζωή, πολύ ανώτερους. Δεν μίλαγες πικρόχολα για κανένα. Δεν κατηγορούσες τους ανθρώπους για τις αδυναμίες τους, τους έβρισκες πάντα μια δικαιολογία. Αντίθετα, το είχες κάνει σκοπό της ζωής σου να καταγγέλλεις τους ισχυρούς και τους δυνάστες της ανθρωπότητας, την υποκρισία, την απληστία… Αγαπούσες τη σιωπή. Έλεγες: τη σιωπή πρέπει να διακόπτουν μόνο τα λόγια με νόημα. Οι μοναδικές λέξεις που αξίζει να υπάρχουν, είναι εκείνες που υπερέχουν της σιωπής. Και τα κενά ανάμεσα στις ιστορίες που γράφεις, είναι ακριβώς αυτές οι σιωπές, ώστε να πολλαπλασιάζεται το νόημα των λέξεων. Όταν διαβάζεις ένα κείμενο θέλεις να ξαποστάσεις, για να αφομοιώσεις καλύτερα εκείνο που μόλις διάβασες. Τα κείμενά σου είναι μικρές ιστορίες με πολύ περιεχόμενο. Η επιδίωξή σου: να λες πολλά με λίγα λόγια. Μια φορά είχες πει πως όταν ήσουν μικρός βαριόσουνα τις πυκνογραμμένες σελίδες, γι’ αυτό άρχισες να σχεδιάζεις σκίτσα, που έλεγαν ιστορίες χωρίς πολλά λόγια.
Αγαπούσες την τέχνη, την μουσική, και σε μάγευε η Ιστορία. Πατρίδα σου ήταν ολόκληρη η Λατινική Αμερική, ολόκληρος ο κόσμος. Το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός σου μας γοήτευαν. Ένα από τα ωραία σου: ο κουρέας με ταπεινώνει όταν με χρεώνει μισό κούρεμα. Κι ένα άλλο: αν τα μαλλιά ήταν τόσο σημαντικά, θα βρισκόντουσαν μέσα στο κεφάλι, όχι απ’ έξω.
Η αφήγησή σου είναι ποιητική: είσαι ένας ποιητής της Ιστορίας. Μιλάς για τους ασήμαντους, τους αδικημένους, τους πολλούς. Συνήθιζες να λες: την Ιστορία βασικά την έγραψαν εκείνοι που δεν μπορούσαν να την γράψουν, χωρίς να ξέρουν ότι την έγραψαν.
Γιατί σας αρέσει ο Γκαλεάνο; ρωτώ. Μου απαντούν: γιατί τα λέει διαφορετικά. Αφηγείσαι ιστορίες της Ιστορίας, από την άλλη όχθη της επίσημης Ιστορίας. Η αφήγησή σου είναι ποιητική: είσαι ένας ποιητής της Ιστορίας. Μιλάς για τους ασήμαντους, τους αδικημένους, τους πολλούς. Συνήθιζες να λες: την Ιστορία βασικά την έγραψαν εκείνοι που δεν μπορούσαν να την γράψουν, χωρίς να ξέρουν ότι την έγραψαν. altΚαι άλλοι έχουν μιλήσει για όλα αυτά, όμως δικός σου λόγος είναι μπαμ, μπαμ, μπαμ. Σφαίρες: απέριττος, λακωνικός, περιεκτικός. Όταν όλοι οι υπόλοιποι συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής έγραφαν μέσα σε εκείνο που ονομάστηκε μαγικός ρεαλισμός, εσύ ξάφνιασες με το γράψιμό σου. Αγνοώντας τους περιορισμούς ενός συγκεκριμένου είδους γραφής, περνούσες τα σύνορα με άνεση και αξιοπρέπεια ανάμεσα στη δημοσιογραφία, το δοκίμιο, την λογοτεχνία, συνδυάζοντας την Ιστορία και την έρευνα, το συναίσθημα και την αισθητική. Κανείς δεν μιμήθηκε το ύφος σου. Θα μείνεις ο μοναδικός εκπρόσωπος του είδους σου. Έλεγες: δεν μπορούν να με κατατάξουν σε ένα είδος; θαυμάσια, έτσι νιώθω ελεύθερος, δεν με περιορίζουν σε τετραγωνάκι.
altΣτην Ελλάδα έχεις ένα σπίτι στην οδό Πανεπιστημίου, όπου είσαι προνομιούχος ένοικος. Στις εκδόσεις Πάπυρος, (εσύ και η Ελένα το προφέρατε παπίρο) στον Παπίρο λοιπόν, όλοι σε αγαπούν και σε θεωρούν δικό τους άνθρωπο. Το κτίριο είναι παλιό, από αυτά που σου αρέσουν. Έχει στην πρόσοψή του μια τεράστια αφίσα από το εξώφυλλο ενός βιβλίου σου, θα το αναγνωρίσεις. Ανέβα τις σκάλες, το πρώτο που θα δεις είναι τα βιβλία σου παραταγμένα στη σειρά. Ευθεία είναι το δωμάτιο της διεύθυνσης. Μπες μέσα και περίμενε. Όταν σε δουν, θα τρελαθούν όλοι από τη χαρά τους.
Ονειρεύομαι, προσπαθώ να σε αντιγράψω, το όνειρο τέλειωσε. Θα μας λείψεις. Τώρα που ο λόγος σου έπαψε, μας μένουν μοναδική παρηγοριά τα γραπτά σου.
Θέλω να με συγχωρέσεις που δεν κατάφερνα πάντα να βρω αυτό που θα περίμενες από μένα, και να παραβλέψεις τις αστοχίες μου. Άλλωστε η σκέψη σου, εσύ ο ίδιος, είσαστε πιο σημαντικοί, και αυτό νομίζω όλοι το έχουν καταλάβει. Εμείς οι μεταφραστές, είμαστε ένα φέρυ-μποτ γεμάτο λέξεις που πηγαινοέρχεται από την μια όχθη στην άλλη. Συχνά σε αυτά τα πηγαινέλα, οι λέξεις πέφτουν στο νερό και μουσκεύουν.
Βέβαια, δεν ήταν λίγες οι φορές που με είχες "πρήξει". Πώς εσύ, ένας άνθρωπος πάντα στο πλευρό των αδικημένων και των ασήμαντων, δεν σκέφτηκες πώς θα μεταφράζαμε εμείς, οι ταπεινοί μεταφραστές των «μικρών γλωσσών» τα περίφημα λογοπαίγνιά σου; Θέλω να με συγχωρέσεις που δεν κατάφερνα πάντα να βρω αυτό που θα περίμενες από μένα, και να παραβλέψεις τις αστοχίες μου. Άλλωστε η σκέψη σου, εσύ ο ίδιος, είσαστε πιο σημαντικοί, και αυτό νομίζω όλοι το έχουν καταλάβει. Εμείς οι μεταφραστές, είμαστε ένα φέρυ-μποτ γεμάτο λέξεις που πηγαινοέρχεται από την μια όχθη στην άλλη. Συχνά σε αυτά τα πηγαινέλα, οι λέξεις πέφτουν στο νερό και μουσκεύουν. Σε είχα ακούσει μια φορά να λες πόσο σχολαστικός είσαι με τις μεταφράσεις των βιβλίων σου, πόσο σε δυσαρεστούσε που στα γαλλικά ή στα αγγλικά αυτό το είχαν αποδώσει έτσι, κι έτρεμα ότι θα στραφείς προς το μέρος μου και θα μου πεις: «εσύ τη γλίτωσες, γιατί δεν ξέρω ελληνικά».
Τελειώνω, όπως εσύ άρχιζες τα βιβλία σου: αυτές οι λέξεις και η σκέψη μας είναι αφιερωμένες στην Ελένα Βιγιάγρα.
ΥΓ.: Θα κλείσω με δυο χαρούμενες αναμνήσεις.
altΕγώ το είχα καταλάβει από την αρχή πόσο φεμινιστής ήσουν. Θυμάμαι πόσο σου άρεσε να παρατηρείς τους ανθρώπους γύρω σου, έκανες εύστοχα σχόλια για τους Έλληνες, και μου έρχεται στο νου εκείνη τη φορά σε ένα καφενείο στη Βουλιαγμένη, που δίπλα μας καθόταν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και η γυναίκα χειρονομούσε, μιλώντας σε έντονο ύφος. Εσύ την παρατηρούσες και γελούσες μ’ εκείνο το δίχως ήχο γέλιο σου, και στράφηκες να μου πεις: οι Ελληνίδες είναι γλωσσοκοπάνες. Μου αρέσουν.
Συχνά σου έκαναν αδιάκριτες ερωτήσεις για να σε παγιδέψουν, ίσως τις έκαναν καλοπροαίρετα, όπως για παράδειγμα τι γνώμη έχεις για την Κουβανική Επανάσταση (αυτό πια δεν έλειπε ποτέ από το μενού). Κι εσύ απαντούσες με ένα ανέκδοτο δικής σου εφεύρεσης, που έμοιαζε με τα σκιτσάκια που σκάρωνες στο περιοδικό σου. Δεν θυμάμαι ποια ακριβώς ερώτηση σου είχαν κάνει για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κι εσύ επανέλαβες το αστείο με τον μάγειρα. Ο μάγειρας ενός γνωστού ξενοδοχείου κάλεσε τα ζώα που επρόκειτο να μαγειρέψει (την κότα, την πάπια, το γουρουνάκι, τον λαγό, το μοσχαράκι) και τους είπε: Εδώ είμαστε μια δημοκρατική κουζίνα, μπορείτε να αποφασίσετε με τι τρόπο θέλετε να σας σφάξουμε. Τότε τα ζώα του είπαν, μα εμείς δεν θέλουμε να πεθάνουμε, και ο μάγειρας απάντησε: αυτό αποκλείεται, ξεχάστε το.
* Η ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΝΣΗ είναι μεταφράστρια.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Η περίπτωση "Χαβιέρ Εγέα"





Η άναρθρη κραυγή του Χαβιέρ Εγέα







Ο Χαβιέρ Εγέα (Javier Egea) γεννήθηκε στην πόλη της Γρανάδα το 1952 και θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς ισπανούς ποιητές της δεκαετίας του ‘ 80. Μαζί με τον Λουίς Γκαρθία Μοντέρο (Luis Garcia Montero) και τον Άλβαρο Σαλβαδόρ (Álvaro Salvador)είναι οι πνευματικοί πατέρες του ποιητικού κινήματος, «Η άλλη συναισθηματικότητα», ή αλλιώς «La otra Sentimentalidad», όπως ονομάζεται ο όρος στα ισπανικά. Η βασική ιδέα της ποιητικής αυτής θεωρίας εκλαμβάνει την ποίηση ως αποτέλεσμα μιας, ατομικής μεν, ηθικής διεργασίας και σκέψης ενός υποκειμένου που υπάρχει, ωστόσο, σε άμεση συνάρτηση με τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες που το περιβάλλουν. «Radical historicidad» είναι ο όρος που επινοήθηκε από τον μελετητή Χουάν Κάρλος Ροντρίγκεθ για να εξηγήσει ακριβώς αυτήν την άποψη σύμφωνα με την οποία τόσο η λογοτεχνία, όσο και οι συγγραφείς δεν αποτελούν παρά γέννημα-θρέμμα της ιστορίας, εκφράζοντας έτσι τις μαρξιστικές θεωρίες του Λουί Αλτουσέρ και την ψυχοαναλυτική και φιλοσοφική θεωρία του Σίγκμουντ Φρόυντ.

Ο Χαβιέρ Εγέα, αν και ορόσημο της γενιάς του, θεωρείται από πολλούς μελετητές του ανεξήγητα παραμελημμένος όσον αφορά την επίσημη θέση ή την υστεροφημία που του επιφύλαξε η ιστορία (ή όσοι γράφουν, για να ακριβολογούμε, την ιστορία), όπως αυτή μετριέται συνήθως μέσα από την έκδοση ανθολογιών, τιμητικών εκδόσεων ή βραβείων.

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές:  «Serena luz del viento»  1974, «A boca de parir»  1976, «Troppo Mare»  1980, «Paseo de los tristes» 1982, «La otra sentimentalidad»  1983, και  «Raro de Luna»,  1990 και τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Ποίησης «Juan Ramón Jiménez».
Αυτοκτόνησε στο σπίτι του στη Γρανάδα στις 29 Ιουλίου του 1999, συνέπεια της βαθιάς κατάθλιψης από την οποία έπασχε.             


Τα ποιήματα που ακολουθούν και ολοκληρώνουν το αφιέρωμα αυτό είναι από την συλλογή «Paseo de los Tristes» ή αλλιώς «Το πέρασμα των λυπημένων» (1982) και πρωτοδημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο Eyelands,  www.eyelands.gr



"σου γράφω εκ νέου..."


Ποιήματα









1.

Εκείνοι, οι νικητές...
Luis Cernuda
Ανάμεσα σε τέσσερεις τοίχους
άρχιζε η νύχτα της πολιορκίας.

Εκείνοι, οι δολοφόνοι,
τραβούσαν τη μακριά λαιμαριά των σκύλων.

Η πείνα στα σεντόνια σφίγγονταν
σκοτεινή σα δόκανο.

Εκείνοι, οι δολοφόνοι,
μας έβαλαν το ψωμί πάνω σε μερικά όμορφα μάτια.

Πεθάναμε όλοι σιγά σιγά
μέχρι που όλα έγιναν πάλι έρημα.

Εκείνοι, οι δολοφόνοι,
παρακολουθούσαν το κυνήγι του έρωτα σιωπηλοί. 


2.

Δεν έρχεται κανείς, κανείς
σ’ αυτό το λιμάνι

                                  και την αυγή

όλα είναι ήσυχα, καθάριο το νερό
και το λουλακί που εντείνεται απ’ τον καπνό
κι είναι το σπίτι ανοιχτό
και κανείς κανείς κανείς.








3.



Γιατί έρχεσαι, αγάπη μου, αφού δεν υπάρχει πια κανείς,
δεν έμεινε ούτε ένας σκύλος, ούτε ένα στάχυ,
αφού κατέρρευσαν οι σημαίες
αφού όλα γκρεμίστηκαν μπροστά στα μάτια σου;

Γιατί έρχεσαι, αγάπη μου, αφού είναι άλλο σπίτι,
άλλο ουρλιαχτό το απόγευμα κι άλλος κάμπος
κι άλλη φλόγα φουντώνει στη στέγη
κι ένα καινούργιο βλέμμα με απειλεί;



4.


Ουτέ καν ο θάνατος, ούτε τα μάτια σου.
Ούτε καν ο έρωτας.
Δεν μπορούμε να εξοφλήσουμε σε μια στιγμή
το τίμημα του πόνου.





Χειρόγραφο του ποιητή



5.


«... τα νερά της λησμονιάς»
                               Γκαρθιλάσο

«Είναι κάτι χτυπήματα της μοίρας, τόσο δυνατά... τί να πω!»
                                                                                  Θέσαρ Βαγιέχο


Σου γράφω εκ νέου από ένα παγωμένο απόγευμα
απ’ αυτά που λυγίζει κανείς κάτω απ’ το βάρος των συναισθημάτων
κι η εμμονή- αυτό το ράκος της μοναξιάς-
σε τσακίζει, σε καταλαμβάνει, πιάνει θέση στο κορμί σου
και, το πιο επικίνδυνο, σου ρίχνει φως, σε ανακρίνει. 

Και βλέπεις ότι τα περιθώρια στενεύουν,
τα γράμματα συσσωρεύονται
και νιώθεις το αδύνατο κενό,
τον χώρο που ποτέ δεν μοιραστήκαμε
κι αυτό το όμορφο τέχνασμα που είναι το να διηγείσαι την ζωή σου
γεμίζοντας με ιστορία κι όνειρα
τις ψυχρές σελίδες του πόνου
που τόσο μου θυμίζουν τους μηρούς ή την πλάτη σου.
Για χάρη τους μπάρκαρα τόσο καιρό,
πάνω τους έμαθα τόσα παράξενα πράγματα,
τόσα θαλασσινά χτυπήματα,
που μοιάζει αδύνατο να σε ξεχάσω έτσι απλά, μονομιάς,
όπως πετά κανείς το φως έξω απ’ το παράθυρο,
όπως στερεύει κανείς ξαφνικά από ελπίδα.

Ποιός μπορεί ν’ απαντήσει χωρίς καμιά παγίδα
στις πολυκαιρινές ερωτήσεις, απολιθωμένες,
που είναι κομμάτι του;

 Ποιός θα διασχίσει μ’ ένα πήδημα το νερό της λησμονιάς
χωρίς να νιώσει πώς καίει το δέρμα η έκπληξη μιας μέρας,
τα σεντόνια μιας μέρας, τα σώματα που προσφέρονται το ένα στο άλλο,
οι μαύροι κύκλοι της απόλαυση το ξημέρωμα;

Δεν θα μας εκπλήξει ξανά ο έρωτας,
αυτό το παιχνίδι με ναυαγούς και σεντούκια,
με το ανοιχτό του χέρι,
δεν θ’ αφήσει στην αμμουδιά ενός ώμου
σαν ασημένιο φύκι που ξαποσταίνει
το λαμπερό σάλιο του πόθου;

Είναι κάτι χτυπήματα της μοίρας, τόσο δυνατά... τί να πω!

Γι’ αυτό πρέπει να σου πω- έστω και γραπτώς-
ότι είναι το σπίτι ανοιχτό για σένα,
ότι σε περιμένουν τα βιβλία, το τσάι, η μοναξιά μου,
η αβεβαιότητα τα κυριακάτικα απογεύματα,
η μικρή αλήθεια
που δεν κρατιέται όρθια χωρίς τα λόγια σου. 

Δεν είναι δυνατό να ξέρει κανείς όταν όλα σωπαίνουν
και η ζωή κατάντησε μια ρυπαρή γωνιά
αν μας πρόδωσε το προαίσθημα
ή ίσως να’ ναι η αγορά που μας κατάπιε σιγά σιγά
με τις προξενήτρες και τον αλαλαγμό της,
που δεν ξέραμε να κοιταχτούμε ή να μιλήσουμε
ανάμεσα σε διαφημίσεις για φωτεινές σούπες,
υποσχέσεις και μεγάφωνα
που διακύρρηταν τις τελευταίες προσφορές
ευτυχίας.

Θα’ ναι που φέρουμε αναπόφευκτα
μια γλώσσα σάπια που πικραίνει τον ουρανίσκο
και σε κάνει να φτύνεις στα μισά της επείγουσας ανάγκης
όταν όλη η ιστορία συνοψίζεται
στο να πούμε ότι, ναι, αγαπιόμαστε.

Και τα χτυπήματα, τόσο δυνατά, το νερό της λησμονιάς,
                                                                       τόσο βαθύ... τί να πω!

Είναι πράγματα στη ζωή
που λύνονται μόνο δίπλα σ’ ένα κορμί που αγαπά.

Και γράμματα που γράφονται
όταν η βιάση μπήγει το κεντρί της
και σ’ αφήνει να κρέμεσαι απ’ το χείλος
και σου’ ρχεται η σκέψη
ότι είναι πιθανό να μην γνωρίσαμε ο ένας τον άλλο
παρόλο που ζήσαμε το ίδιο κρύο,
την ίδια εκμετάλλευση,
την ίδια δέσμευση να τα βγάλουμε πέρα
παρά τον πόνο.




    

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Το λογοτεχνικό «Βoom» της Λατινικής Αμερικής έκλεισε 50 χρόνια...


Το «Boom latinoamericano» είναι κάτι παραπάνω από μια απλή έκρηξη...   



Μια σύντομη επισκόπηση 





Ο όρος «boom latinoamericano» αναφέρεται σε μια περίοδο έντονης ακμής της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας και την προβολή της σ’ όλόκληρη την Ευρώπη, μέσω της εμφάνισης συγγραφέων, όπως ο Χούλιο Κορτάθαρ (Julio Cortazar), ο Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες (Gabriel García Marques), ο Μάριο Βάργκας Λιόσα (Mario Bargas Lliosa) και ο Κάρλος Φουέντες  (Carlos Fuentes), μεταξύ άλλων. Πρόκειται, όπως έχει χαρακτηριστεί, για ένα καθόλα εκδοτικό και λογοτεχνικό φαινόμενο με τεράστια απήχηση όχι μόνο στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, αλλά και έξω απ’ αυτήν ,στην «μοντέρνα Ευρώπη» που αποτελούσε πάντα έναν στόχο προς κατάκτηση για τους διανοούμενους των χωρών του boom. Στον απόηχο του Ψυχρού Πολέμου και μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης της Κούβας το 1959, η δεκαετία 1960- 1970 αποδείχτηκε μια ιδιαίτερα φορτισμένη πολιτικά περίοδος για την Λατινική Αμερική και αποτέλεσε βάση και γόνιμο έδαφος για τη γενιά του «Boom». Τα έργα των συγγραφέων της εποχής αυτής διερεύνησαν και άνοιξαν νέα λογοτεχνικά μονοπάτια. Marcel Proust, James Joyce, Thomas Mann, Jean Paul Sartre και William Faulkner μεταξύ άλλων, ήταν οι κυρίαρχες λογοτεχνικές επιρροές, αλλά οι συγγραφείς της γενιάς του boom αναζήτησαν και άρθρωσαν τη δική τους φωνή, μέσω της εθνικής τους ταυτότητας και των προσωπικών τους- πολιτικών και κοινωνικών- βιωμάτων. Η ιδεολογική τους ταύτιση με την Επανάσταση της Κούβας, η «νέα εποχή» που αυτή οραματίζονταν και γενικότερα οι ιδέες της Αριστεράς, σε αντιπαράθεση με τα ουκ ολίγα φασιστικά στρατιωτικά πραξικοπήματα που έπληξαν πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής (πχ. η περίπτωση της Χιλής και το πραξικόπημα του Πινοτσέτ το 1973) αποτέλεσαν αποφασιστικούς παράγοντες που στιγμάτισαν και ώθησαν την πένα τους. Είτε μέσω των ταξιδιών, είτε μέσω των μεταφραστών τους, είτε ακόμα και μέσα από την εξορία, τα έργα αυτά ήταν τα πρώτα μυθιστορήματα και διηγήματα που βγήκαν εκτός των συνόρων της América Latina, δημιουργώντας μια αντίστοιχη γενιά αναγνωστών, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Αμερική. Στην πλειοψηφία τους, οι συγγραφείς αυτοί κατάφεραν όχι μόνο να γίνουν γνωστοί σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό- στρέφοντας τα βλέμματα όλου του κόσμου στην «μικρή τους χώρα»- αλλά απέκτησαν την οικονομική δυνατότητα να  ασχοληθούν επαγγελματικά με τη συγγραφή μέσω των εκδοτικών συμβολαίων και την συνεπαγόμενη προβολή που τους πρόσφερε ο Καταλανικός εκδοτικός οίκος, Seix Barral.


Χρονικό σχεδιάγραμμα του boom


Ποιά είναι, όμως, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της γραφής; Αυτού του τρόπου γραψίματος που έπεσε σαν «κεραυνός εν αιθρία» στο τότε λογοτεχνικό γίγνεσθαι;

Η μη οριζόντια διαχείριση του λογοτεχνικού χρόνου, οι νεολογισμοί, η επινόηση δηλαδή καινούργιων λέξεων ή φράσων, τα ευφυή λεκτικά παιχνίδια, η χρήση πολλαπλών αφηγηματικών φωνών, η παρουσίαση των πολλαπλών οπτικών γωνιών του ίδιου θέματος, που έκανε πολλά από τα έργα αυτά να μοιάζουν με κυβιστικά δημιουργήματα. Σύμφωνα με τους μελετητές της, η λογοτεχνία του «boom» έσπασε τα σύνορα μεταξύ του φανταστικού και του πραγματικού, αντιστρέφοντας σε πολλές περιπτώσεις τους μεταξύ τους ρόλους και πάντρεψε στοιχεία του αγροτικού κόσμου και της αστικής κοινωνίας.  

Έτσι, μέσα από μια μείξη ιστορικών στοιχείων, τοπικών μύθων και παραδόσεων, και αναζητώντας μια σύγχρονη εθνική ταυτότητα καλλιέργησαν περισσότερο από ποτέ τον λεγόμενο «μαγικό ρεαλισμό», κύριος εκφραστής του οποίου θεωρείται ο Γκαρθία Μάρκες και το έργο του «Εκατό χρόνια μοναξιά», το 1967.         
   




Θα κάνω εδώ μια μικρή διάκριση και θα ομολογήσω, παρά την δημοσιογραφική μου αμεροληψία, την ιδιαίτερη αδυναμία που τρέφω σαν αναγνώστης στο πρόσωπο ένος εκ των τεσσάρων ανωτέρω ιερών τεράτων της πένας. Ομολογώ, λοιπόν, πως αγαπώ ιδιαίτερα τον μουσάτο Χούλιο. Τον Χούλιο Κορτάθαρ. Ναι, αυτόν. Γι' αυτόν θα σας μιλήσω παρακάτω. Γι' αυτόν θα μεταφράσω...  






O Χούλιο Κορτάθαρ (Julio Cortazar, 1914- 1984), συγγραφέας και μεταφραστής αργεντίνικης καταγωγής, γεννήθηκε στο Βέλγιο αλλά πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στο Παρίσι, όπου και απεβίωσε το 1984. Το 1981 του δόθηκε η γαλλική υπηκοότητα. Η  «Πόλη του Φωτός», αλλά και το Μπουένος Άιρες, αποτέλεσαν πολλές φορές το φόντο των έργων του Κορτάθαρ, τόσο  ώστε σε πολλές περιπτώσες οι πόλεις αυτές να συνδέονται σήμερα στενά για τους θαυμαστές του έργου του με τον συγγραφέα που τις ύμνησε με τρόπο ξεχωριστό.   
Όσο για τη συγγραφική του δεινότητα, πέρα από τα ταξίδια του- πέρασε σύντομα διαστήματα στην Ιταλία, την Σουηδία, την Ισπανία, την Πολωνία- αυτή είναι αδιαμφισβήτητη. Ο Χούλιο Κορτάθαρ θεωρείται ένας από τους πιο καινοτόμους και ρηξικέλευθους συγγραφείς, αυθεντία στη συγγραφή διηγημάτων, στην ποιητική πρόζα και γενικότερα στον τομέα της σύντομης αφήγησης. Πολλοί τον συγκρίνουν με τον Μπόρχες, τον Τσέχοφ ή τον Πόε (του οποίου τα άπαντα μετέφρασε στα Ισπανικά) . Τα έργα του, δημιουργήματα που έσπασαν τα παραδοσιακά καλούπια γραφής της εποχής του, πρόσφεραν στο κοινό ένα νέο είδος λογοτεχνίας στην οποία ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, τα σύνορα μεταξύ του φανταστικού και του πραγματικού συγχέονται αναπάντεχα και οι ήρωες αποκτούν ένα πρωτόγνωρο συναισθηματικό βάθος και μια αυτονομία που εκλήσσει.  Γι’ αυτό το λόγο, το έργο του Κορτάθαρ αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς της σύγχρονης ισπανόφωνης λογοτεχνίας.
Ωστόσο, παρά το πλήθος των βιβλίων που άφησε πίσω του, ο συγγραφέας έγινε ευρύτερα γνωστός χάρη στο μυθιστόρημα του «Το Κουτσό» (La Rayuela, 1963), το οποίο κατέχει κεντρική θέση στο «boom latinoamericano». Το πρωτοποριακό  αυτό έργο θεωρείται ένα από τα πρώτα σουρεαλιστικά μυθιστορήματα της αργεντίνικης λογοτεχνίας, ενώ έχει συμπεριληφθεί πολλές φορές στις λίστες με τα καλύτερα έργα του 20ου αιώνα. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό εγχείρημα χωρίς προηγούμενο, μιας και ο Κορτάθαρ μας παρουσιάζει ένα μυθιστόρημα 155 κεφαλαίων τα οποία μπορούν να διαβαστούν με όποια σειρά θέλει ο αναγνώστης!   




Ο Χούλιο Κορτάθαρ έχει μείνει στην ιστορία, όχι μόνο ως συγγραφέας και μεταφραστής, αλλά και σαν διανοούμενος του καιρού του. Πολλά από όσα αποτελούσαν το προσωπικό του σύμπαν- καλλιτέχνες, βιβλία, ζωγραφικοί πίνακες, μουσικά ρεύματα- μετουσιώθηκαν στο «Κουτσό» δημιουργώντας ένα παράλληλο σύμπαν με αυτό των ηρώων του βιβλίου, στο οποίο κατοικούν μεταξύ άλλων οι Roberto Arlt, Louis Armstrong, Antonin Artaud, Baudelaire, Faulkner, Juan Filloy, Goethe, Homero, Paul Klee, François Mauriac, Joan Miró, Piet Mondrian, Thelonious Monk, Charlie Parker, Rembrandt, san Agustín, Erik Satie, Igor Stravinsky, Dylan Thomas, Hugo Wolf, Bessie Smith.



 
Η κριτική τον κατατάσσει συνήθως στους κόλπους των σουρεαλιστών λόγω της στενής σχέσης του έργου του με το φανταστικό, την αναίρεση των συνόρων μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, το παιχνίδι. Αυτήν την παιχνιδιάρικη διάθεση που διαπερνά όλα ανεξαιρέτως τα κείμενα του...

Julio Cortázar dixit:     

"Από πολύ μικρός αποτέλεσε για μένα ευχή και κατάρα ταυτόχρονα το γεγονός ότι δεν αποδεχόμουν τα πράγματα όπως αυτά μου δίνοταν. Δεν μου αρκούσε όταν μου έλεγαν ότι αυτό είναι ένα τραπέζι, ή ότι η λέξη «μητέρα» είναι η λέξη «μητέρα» και τίποτε παραπάνω. Αντίθετα, από το αντικείμενο «τραπέζι», ή από την λέξη «μητέρα», άρχιζε για μένα μια μυστική διαδρομή μέσα στην οποία, υπήρχαν φορές, που κατάφερνα να χαθώ και άλλες να σμπαραλιαστώ.  
Με λίγα λόγια, από μικρός η σχέση μου με τις λέξεις, με την γραφή, δεν διέφερε από τη σχέση μου με τον κόσμο γενικά. Μοιάζει σαν έχω γεννηθεί για να μην αποδέχομαι τα πράγματα, όπως αυτά που δίνονται”.
      

"Το αίσθημα του φανταστικού"



Το φανταστικό και το μυστηριώδες δεν είναι μόνο οι μεγάλες φαντασιώσεις του κινηματογράφου, της λογοτεχνίας, των διηγήματων και των μυθιστορημάτων. Είναι παρόν μέσα σ’ εμάς τους ίδιους, σ’ αυτό που είναι ο ψυχισμός μας, που ούτε η επιστήμη, ούτε η φιλοσοφία δεν καταφέρνουν να εξηγήσουν παρά μονάχα με τρόπο στοιχειώδη και υποτυπώδη.  

 Για του λόγου το αληθές διηγείται την παρακάτω αληθινή (;) ιστορία: 


Πριν ένα χρόνο έλαβα ένα γράμμα από την Νέα Υόρκη, το οποίο υπέγραφε κάποιος ονόματι John Howell. Ο άνθρωπος αυτός μου έλεγε τα εξής: «Ονομάζομαι John Howell, είμαι φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια και μου συνέβη το παρακάτω: Είχα διαβάσει διάφορα βιβλία σας τα οποία μου είχαν αρέσει και είχα βρει ενδιαφέροντα, σε τέτοιο βαθμό που ταξιδέψα στο Παρίσι πριν δυο χρόνια και μόνο από συστολή δεν τόλμησα να σας βρω και να μιλήσω μαζί σας. Στο ξενοδοχείο έγραψα ένα διήγημα του οποίου πρωταγωνιστής είστε εσείς, δηλαδή καθώς το Παρίσι μου άρεσε τόσο και εσείς ζείτε στο Παρίσι, μου φάνηκε σαν ένα αφιέρωμα, μια απόδειξη φιλίας, αν και δεν γνωριζόμασταν, το να σας βάλω να παρεμβαίνετε σ’ αυτό σαν ήρωας. Αργότερα, επέστρεψα στη Νέα Υόρκη, συναντήθηκα μ’ ένα φίλο μου που έχει μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα και με παρακίνησε να συμμετάχω σε μια παράσταση. Εγώ δεν είμαι ηθοποιός, έλεγε ο John, και δεν είχα πολύ όρεξη να το κάνω, αλλά ο φίλος μου επέμεινε γιατί ένας από τους ηθοποιούς είχε αρρωστήσει. Αφού επέμεινε, εγώ έμαθα τον ρόλο μου μέσα σε δυο τρεις μέρες και το διασκέδασα αρκετά. Τότε ήταν που μπήκα σ’ ένα βιβλιοπωλείο και έπεσα πάνω σε μια συλλογή διηγημάτων σας, η οποίο περιείχε ένα διήγημα με τίτλο «Οδηγίες για τον John Howell». Πώς το εξηγείτε αυτό; Πρόσθετε. Πώς είναι δυνατόν εσείς να γράψατε ένα διήγημα για κάποιον που μπαίνει επίσης κατά κάποιον τρόπο κατόπιν πίεσης στον κόσμο του θεάτρου, κι εγώ, ο John Howell, να έγραψα στο Παρίσι ένα διήγημα για κάποιον που ονομάζεται Julio Cortázar;»


Διάλεξη στο πανεπιστήμιο U.C.A.B. (Universidad Católica Andrés Bello)



Ακολουθεί ένα σύντομο κείμενο του Κορτάθαρ, ένα ακόμη μικρό δείγμα της ανορθοδοξίας (βλ. σουρεαλισμός) της σκέψης και της γραφής του ξεχωριστού αυτού συγγραφέα:


"Οδηγίες- παραδείγματα σχετικά με τον τρόπο που φοβόμαστε"

(Τιτλ. Πρωτ. Instrucciones-ejemplos sobre la forma de tener miedo)

Σ’ ένα χωριό της Σκωτίας πουλάνε βιβλία με μια λευκή σελίδα χαμένη σε κάποιο σημείο του τόμου. Αν κάποιος αναγνώστης πέσει πάνω σ’ αυτή τη σελίδα στις τρεις το απόγευμα, πεθαίνει.


Στην πλατεία Quirinal, στη Ρώμη, υπάρχει ένα σημείο το οποίο γνώριζαν οι μυημένοι μέχρι τον 19ο αιώνα και από το οποίο, όταν έχει πανσέληνο, μπορεί να δει κανείς να κινούνται αργά τα αγάλματα των Διόσκουρων που παλεύουν με τα αφηνιασμένα τους μαλλιά.  


Στο Αμάλφι, στο τέλος της παραθαλάσσιας ζώνης, υπάρχει ένας μώλος που τη νύχτα μπαίνει στη θάλασσα. Πέρα από τον τελευταίο φανοστάτη, ακούγεται το γαύβγισμα ενός σκύλου.



Ένας κύριος απλώνει οδοντόκρεμα στην οδοντόβουρτσα. Ξαφνικά, βλέπει ξαπλωμένη μπρούμυτα, μια μικροσκοπική εικόνα γυναίκας, από κοράλι ή από βαμμένο ψύχουλο ψωμιού.   


Ανοίγοντας την ντουλάπα για να πάρει ένα πουκάμισο, πέφτει ένα παλιό αλμανάκ το οποίο ανοίγει, διαλύεται, καλύπτει το λευκό ρούχο με χιλιάδες βρώμικες πεταλούδες από χαρτί.  


Λένε για έναν ταξιδευτή έμπορο ότι άρχισε να του πονάει ο καρπός του αριστερού χεριού του, ακριβώς κάτω από το ρολόι. Τραβώντας το ρολόι, βγήκε αίμα. Η πληγή φανέρωνε ίχνη πολύ μικρών δοντιών.



Ο γιατρός τελειώνει την εξέταση και μας καθησυχάζει. Η στιβαρή και ζεστή φωνή του περνάει στην απαρρίθμηση των φαρμάκων τα οποία τώρα συνταγογραφεί, καθισμένος πίσω από το γραφείο του. Που και που σηκώνει το κεφάλι και χαμογελάει, ενθαρρύνοντας μας. Δεν είναι σοβαρό, σε μια βδομάδα θα είμαστε καλά. Βυθιζόμαστε στην πολυθρόνα μας ευτυχισμένοι και κοιτάμε γύρω μας αφηρημένα. Ξαφνικά, στην σκιά κάτω από το γραφείο βλέπουμε τα πόδια του γιατρού. Έχει ανεβάσει το παντελόνι ως τα μπούτια και φοράει γυναικείο καλσόν.     



Από το βιβλίο   
"Historias de cronopios y de famas", 1962


Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Η Ακανθώδης Φύση της Λογοτεχνικής Μετάφρασης





Η Ακανθώδης Φύση της Λογοτεχνικής Μετάφρασης








Αφορισμοί μεγάλων μεταφραστών, γλωσσολόγων και λοιπών επιστημόνων για την πρακτικά αδύνατη- και γι' αυτό ίσως τόσο ελκυστική- προσπάθεια αναπαραγωγής της τέλειας μετάφρασης. 


W.S. Merwin (Weissbort 1989, 139) 

"Eξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν ξέρω να μεταφράζω, και ότι κανείς δεν ξέρει. H μετάφραση είναι μια διαδικασία αδύνατη, πλην όμως απαραίτητη˙ δεν υπάρχει μια και μοναδική μέθοδος για να μεταφράζει κανείς, και τα περισσότερα προβλήματα πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε στην πορεία ανάλογα με το κάθε ποίημα". 

 Ben Belitt (Honig 1985, 58)
  "Δεν είχα καμία θεωρητική τοποθέτηση η οποία θα με οδηγούσε να πω: Eδώ θα προβώ σε παράφραση και εδώ σε απομίμηση'".
 Peter Jay (Weissbort 1989, 74)
"Mέχρι σήμερα, δεν έχω βρει καμία θεωρητική αρχή η οποία να μ' έχει βοηθήσει να κάνω έστω και έναν στίχο μιας μετάφρασης να ηχεί σωστά". […] δεν μπορεί κανείς να επαναδιατυπώσει τους πραγματικούς λόγους που τον οδήγησαν στις αποφάσεις που πήρε κατά τη διάρκεια της μετάφρασης ενός ποιήματος. […] O κίνδυνος που πρέπει να αποφύγεις είναι να επιχειρήσεις μια κριτική υπεράσπιση κάποιας μετάφρασης, με το αμφίβολο πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσης, υπό τη μορφή μεθοδολογίας" (Weissbort 1989, 76).
 Bassnett (1980, 11)
 "Πίσω από κάθε συζήτηση σχετικά με τη μετάφραση βρίσκεται η πεποίθηση ότι πράγματι υπάρχουν αρχές που μπορούν να οριστούν και να κατηγοριοποιηθούν, και τελικά να χρησιμοποιηθούν στον κύκλο κείμενο - θεωρία - κείμενο ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες γλώσσες".
 Ο Savory ήδη στα τέλη της δεκαετίας του '50 (1957, 49-50) ισχυρίζεται ότι:
 "δεν υπάρχουν γενικώς αποδεκτές αρχές της μετάφρασης, μιας και οι μόνοι άνθρωποι οι οποίοι είναι αρμόδιοι να διατυπώσουν αυτές τις αρχές [προφανώς οι έμπειροι μεταφραστές] δεν έχουν ποτέ καταφέρει να συμφωνήσουν μεταξύ τους […] αλλά αντίθετα μας έχουν κληροδοτήσει μια σωρεία συγκεχυμένων σκέψεων˙ κάτι που δεν έχει όμοιό του σε άλλους κλάδους της λογοτεχνικής έρευνας".
 Συνεχίζει παραθέτοντας τις αρχές που έχουν προταθεί κατά καιρούς ως οδηγίες προς τους επίδοξους μεταφραστές:


  • Mια μετάφραση πρέπει να αποδίδει τις λέξεις του πρωτοτύπου. 
  • Mια μετάφραση πρέπει να αποδίδει τις ιδέες του πρωτοτύπου.
  • Mια μετάφραση πρέπει να δίνει την αίσθηση πρωτότυπου έργου.
  • Mια μετάφραση πρέπει να δίνει την αίσθηση μετάφρασης.
  • Mια μετάφραση πρέπει ν' αντανακλά το ύφος του πρωτοτύπου.
  • Mια μετάφραση πρέπει να έχει το ύφος του μεταφραστή.
  • Mια μετάφραση πρέπει να δίνει την αίσθηση ότι ανήκει στην ίδια εποχή με το πρωτότυπο.
  • Mια μετάφραση πρέπει να δίνει την αίσθηση ότι ανήκει στην ίδια εποχή με τον μεταφραστή.
  • Mια μετάφραση μπορεί να προσθέτει ή ν' αφαιρεί στοιχεία από το πρωτότυπο.
  • Mια μετάφραση δεν μπορεί να προσθέτει ή ν' αφαιρεί στοιχεία από το πρωτότυπο.
  • H μετάφραση έμμετρου λόγου πρέπει να γίνεται σε πεζό λόγο.
  • H μετάφραση έμμετρου λόγου πρέπει να γίνεται σε έμμετρο λόγο.


 Bassnett (1980, 37)
(ο σκοπός της θεωρίας της μετάφρασης) "[…] είναι να καταστήσει δυνατή τη γνώση των διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα κατά την πράξη της μετάφρασης και όχι, όπως συχνά παρεξηγείται, να παράσχει ένα σύνολο κανόνων που θα μας βοηθήσουν να πετύχουμε την τέλεια μετάφραση".

Αντιμέτωπος με διάφορες θεωρίες της λογοτεχνικής μετάφρασης, ο μεταφραστής συχνά αισθάνεται να υποκύπτει κάτω από το βάρος μιας γνώμης η οποία θεωρεί τη μετάφραση ― και ιδιαίτερα των ποιητικών κειμένων ― αδύνατη. Περί αυτού ο Holmes (1988, 97) επισημαίνει ότι η αγριομέλισσα, θεωρητικά τουλάχιστον, δεν είναι ικανή να πετάει, μιας και το σώμα της είναι πολύ βαρύ για τα μικρά σε μέγεθος φτερά της. 'Oμως η αγριομέλισσα δεν το ξέρει αυτό, και έτσι πετάει. Kαταλήγει μάλιστα λέγοντας ότι: 
"Eπί αιώνες οι μεταφραστές πέταγαν όπως ακριβώς και οι αγριομέλισσες, χωρίς να έχουν συνειδητοποιήσει ότι, θεωρητικά τουλάχιστον, δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα, ότι έχουν καταφέρει κάτι το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο".
 Aν λοιπόν η συζήτηση περί μετάφρασης βοηθάει πραγματικά, αυτό συμβαίνει επειδή γινόμαστε πιο συνειδητοί όταν μεταφράζουμε, επειδή καθιστά πιο ενσυνείδητες τις επιλογές μας και μας παρέχει μεγαλύτερη επίγνωση των διαθέσιμων στρατηγικών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. 'Oπως σοφά παρατηρεί ο Newmark (1982, 36): "H θεωρία της μετάφρασης […] δεν μπορεί να μετατρέψει έναν κακό μεταφραστή σε καλό", αλλά, θα πρόσθετα εγώ, αυτό το οποίο μπορεί να κάνει είναι να δείξει στον μεταφραστή ότι στη διαδικασία της μετάφρασης ενέχονται πολύ περισσότεροι παράγοντες απ' όσους έχει συνήθως υπόψη του.


Παραθέσεις και αποσπάσματα από την εισήγηση του David Connolly [DAVID CONNOLLY: Λογοτεχνική μετάφραση: Σε τι χρησιμεύει η θεωρία;] στο συνέδριο  με θέμα "Η γλώσσα της λογοτεχνίας και η γλώσσα της μετάφρασης". 

Θεσσαλονίκη, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 1998 


Mετάφραση: Γιώργος Aυγουστής






Ολόκληρη η εισήγηση εδώ